Αρχική » Τοποθεσία

Τοποθεσία

Σε υψόμετρο 735 μέτρων στις πλαγιές του όρους Ομβριανός, το Λιβάδι, είναι το πιο ορεινό χωριό του Νομού Θεσσαλονίκης. Σε απόσταση μόνο 35 χλμ από την Θεσσαλονίκη, αποτελεί τον ιδανικό προορισμό για μονοήμερες ή ολιγοήμερες εκδρομές και εξορμήσεις στη φύση όλο το χρόνο.

Το χωριό, που πήρε το όνομά του από ένα εκτεταμένα λιβάδι που το περιβάλλει, είναι χτισμένο αμφιθεατρικά μέσα σε μια κατάφυτη από δάση κοιλάδα, που βρίσκεται επί της κορυφογραμμής του Χορτιάτη του Ομβριανού και του Χολομώντα. Γραφικό και πανέμορφο, το λιβάδι αναπτύσσεται σε δυο πλαγιές του βουνού, στις δυο πλευρές ενός χειμάρρου. Περπατήστε στα δρομάκια του και θαυμάστε τα παραδοσιακά σπίτια του. Τα περισσότερα είναι διώροφα ή τριώροφα, λιθόκτιστα, μακεδονικού ρυθμού, κάποια αναπαλαιωμένα και κάποια όχι. Ορισμένα μάλιστα από αυτά διατηρούνται από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Στο ισόγειο των σπιτιών αυτών οι κάτοικοι αποθήκευαν τα προϊόντα που παρήγαγαν και στάβλιζαν τα ζώα τους. Ο επάνω όροφος είχε συνήθως τα δωμάτια του σπιτιού, τα οποία περιβάλλαν μία ανοιχτή σάλα. Οι δύο όροφοι συνδέονταν με εσωτερική σκάλα. Εκτός όμως από τα σπίτια, το χωριό θα σας εντυπωσιάσει με τα στενά περιποιημένα δρομάκια του και την κεντρική πλατεία με δύο τεράστιους υπεραιωνόβιους πλάτανους, ηλικίας άνω των 150 ετών. Καθίστε στη σκιά τους και ξεκουραστείτε πριν ξεκινήσετε τις περιπλανήσεις σας στη γύρω περιοχή.

Το Λιβάδι είναι ένα χωριό κτισμένο πίσω από την οροσειρά του Χορτιάτη και βορείως των Βασιλικών, περιβάλλεται από πυκνά δάση, κυρίως οξιές και βελανιδιές και φυτεμένα πανύψηλα πεύκα τα οποία φύτεψαν πριν από πολλά χρόνια οι κάτοικοι του χωριού, με υποχρεωτική προσωπική εργασία και στη συνέχεια τα περιποιούνταν και τα πότιζαν συχνά, μεταφέροντας νερό με τα ζώα τους από τις πηγές του χωριού.

Ανάμεσα στα δύο δάση εκτείνονταν ένα απέραντο καταπράσινο λιβάδι (τα τσαΐρια), που την άνοιξη μεταμορφωνόταν σε ένα πανέμορφο ανθοκήπιο με πολύχρωμα αγριολούλουδα.

Στο λιβάδι αυτό έβοσκαν οι χωρικοί τα μεγάλα ζώα τους, άλογα, γαϊδούρια και μουλάρια. Από αυτό το όμορφο λιβάδι, που παραμένει εν μέρει μέχρι και σήμερα, πήρε και το όνομά του το χωριό. Προπολεμικά το Λιβάδι θεωρούνταν ένα από τα καλύτερα θέρετρα της περιοχής.

Προπολεμικά είχε περίπου 15 σπίτια και 500 κατοίκους. Οι γεροντότεροι του χωριού έλεγαν μάλιστα ότι επί τουρκοκρατίας οι κάτοικοι στο Λιβάδι ζούσαν σχεδόν ελεύθεροι και δεν αισθάνθηκαν τον βαρύ τουρκικό ζυγό. Το χωριό το επισκεπτόταν μία ή δύο φορές το χρόνο οι Τούρκοι φοροεισπράκτορες και δεν είχαν εγκαταστήσει διοικητικές αρχές, ούτε διέμεναν εκεί. Γι’ αυτό και πολύ λίγοι από τους κατοίκους μιλούσαν την τούρκικη γλώσσα. Επίσης, στο Λιβάδι δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ ξένοι από άλλα χωριά, ούτε αργότερα Μικρασιάτες πρόσφυγες

Το σημαντικότερο αξιοθέατο του Λιβαδίου είναι ο ιερός ναός του Αγίου Αθανασίου, του πολιούχου του οικισμού, που κτίστηκε το 1818. Η περιοχή όμως έχει να επιδείξει και πολλά ακόμα ξωκλήσια δείγμα του αυξημένου θρησκευτικού ενδιαφέροντος τω κατοίκων του χωριού. Πολλά από αυτά έχουν χτιστεί σε περασμένους αιώνες και «κουβαλούν» μακραίωνη ιστορία. Μπορείτε να τα ανακαλύψετε περπατώντας μέσα σε πανέμορφα ορεινά μονοπάτια ή εναλλακτικά ακολουθώντας το οδικό δίκτυο.

Πολύ κοντά βρίσκεται και ένα από τα πιο αξιόλογα θρησκευτικά προσκυνήματα στην περιοχή, η Ιερά Βασιλική Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας Χαλκιδικής. Βρίσκεται κοντά στα Βασιλικά στα όρια του νομού Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής, κοντά στη Γαλάτιστα. Η μονή ιδρύθηκε, σύμφωνα με την ιερά παράδοση, το έτος 888μ.Χ. από τη Βασίλισσα Θεοφανώ. Ουσιαστικά όμως, η μονή ιδρύθηκε το έτος 1552 από τον Αγιορείτη Ιερομόναχο και έπειτα Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, Άγιο Θεωνά που βρήκε ένα ερειπωμένο εκκλησάκι και έφτιαξε το μοναστήρι, που στα μετέπειτα χρόνια γνώρισε μεγάλη ακμή.

Στο χωριό και γύρω από αυτό υπάρχουν πολλά μαντριά, δείγμα της έντονης κτηνοτροφικής παράδοσης των κατοίκων του Λιβαδίου. Ακόμα και σήμερα η κτηνοτροφία είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη στο Λιβάδι, όπου λειτουργούν μεγάλες κτηνοτροφικές μονάδες, καθώς και μία τυροκομική.

Επίσης, οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνται με τις καλλιέργειες σιτηρών, λαχανικών και φρούτων καθώς και με τη μελισσοκομία. Η πλούσια χλωρίδα της περιοχής όπου κυριαρχεί το άγριο θυμάρι, που είναι γνωστό με την τοπική ονομασία «σουσούρα», οδήγησε πολλούς από τους κατοίκους να ασχοληθούν με τη μελισσοκομία. Παλαιότερα ήταν τόσοι πολλοί οι μελισσοκόμοι στο Λιβάδι ώστε λειτουργούσε ειδικό εργαστήριο επεξεργασίας κεριού, ενώ το μέλι και το κερί Λιβαδίου ήταν πολύ φημισμένα σε όλη την περιοχή. Σήμερα οι μελισσοκόμοι της περιοχής, ακολουθούν σύγχρονες μεθόδους, παράγοντας εξαιρετικό για τη γεύση και την ποιότητά του μέλι.

Εκτός όμως από το μέλι, ξακουστό είναι και το κατσικίσιο τυρί του Λιβαδίου που πρέπει να γευτείτε όταν βρεθείτε στην περιοχή, όπως επίσης και τα κάστανα που μπορείτε να δοκιμάσετε στη γιορτή κάστανου που διοργανώνεται κάθε Οκτώβριο στο χωριό.

Οι πηγές

Το χωριό είχε μόνο δύο πηγές με πόσιμο νερό, από όπου έπαιρναν νερό οι κάτοικοι. Η μία ήταν στην είσοδό του, κάτω από το δρόμο και λεγόταν «τηγανάκι», η άλλη ήταν σε μικρή απόσταση, από την άλλη πλευρά του χωριού και την ονόμαζαν «πηγάδι». Ήταν ένα μικρό και αβαθές πηγάδι, με έναν μαστραπά, που ήταν δεμένο στο χείλος του με μια αλυσίδα.

Αργότερα οι κάτοικοι κατασκεύασαν μία μικρή βρύση, για να διατηρείται το νερό καθαρό. Από αυτές τις δύο πηγές οι γυναίκες του χωριού μετέφεραν το νερό στα σπίτια τους με στάμνες, όπου το διατηρούσαν και το χρησιμοποιούσαν μόνο ως πόσιμο.

Λίγο πιο κάτω από την πλατεία του χωριού υπήρχε μια άλλη βρύση, με έναν σιδερένιο σωλήνα που είχε τρεχούμενο νερό όλο το εικοσιτετράωρο και γέμιζε μια μακρόστενη τσιμεντένια στέρνα. Το νερό της βρύσης αυτής, η οποία λεγόταν «φσκήνα», δεν ήταν πόσιμο, αλλά το χρησιμοποιούσαν οι χωρικοί για να ποτίζουν τα ζώα τους και οι γυναίκες για τη λάτρα των σπιτιών τους.

Στη μέση της διαδρομής, Βασιλικά-Λιβάδι, και δίπλα στον παλιό δρόμο, που τον χρησιμοποιούσαν μόνο όταν ανέβαιναν με τα ζώα τους, γιατί ήταν πιο σύντομος, ήταν «ο καλόγερος», μια πηγή με δροσερό νερό, κάτω από ένα δέντρο.

Έξω από το χωριό και σε μεγάλη απόσταση υπήρχαν και άλλες πηγές που ανάβλυζαν πολύ κρύο νερό το καλοκαίρι. Από αυτές ονομαστές ήταν «η τσιρνούδα» και «το κρυονέρι», που έλεγαν χαρακτηριστικά ότι είχε τόσο κρύο νερό το καλοκαίρι ώστε, αν έβαζες μέσα ένα καρπούζι, σε λίγο πάγωνε και άνοιγε στα δύο. Αλλά και τα περισσότερα εξωκκλήσια του χωριού είχαν πηγές με πόσιμο και δροσερό νερό.