Αρχική » Ηθη έθιμα παραδόσεις

Ηθη έθιμα παραδόσεις

Τα σπίτια

Τα σπίτια του χωριού τα έκτιζαν από χοντρές πέτρες, λάσπη και λίγο ασβέστη. Οι σκεπές ήταν από κεραμίδια ή από μεγάλες πέτρινες πλάκες. Ταβάνια δεν είχαν, αλλά συγκρατούσαν τις σκεπές με χοντρά ξύλινα καδρόνια βαλμένα χιαστί, τα λεγόμενα «αγριντιά».

Στο υπόγειο του σπιτιού, αποθήκευαν το σανό, τα σιτάρια ή άλλα τρόφιμα. Τον ίδιο χώρο τον χρησιμοποιούσαν και σαν στάβλο για τα ζώα τους ή σαν κοτέτσι για τις λίγες κότες που έτρεφαν. Στο υπόγειο ήταν στημένος και ο αργαλειός, όπου οι γυναίκες ύφαιναν κουρελούδες ή διάφορα υφαντά και οι κοπέλες του χωριού τα προικιά τους.

Στο επάνω μέρος του σπιτιού βρισκόταν η κυρίως κατοικία, όπου ζούσε η οικογένεια. Μπροστά ήταν ο προθάλαμος «χαγιάτι», χωρίς πόρτα, και στη συνέχεια ήταν το κυρίως δωμάτιο, που ήταν αρκετά μεγάλο. Εκεί βρισκόταν το τζάκι, όπου μαγείρευαν, και το χειμώνα το χρησιμοποιούσαν για να ζεσταίνονται. Έτσι, το δωμάτιο αυτό ήταν συγχρόνως το καθιστικό, η κρεβατοκάμαρα αλλά και η κουζίνα του σπιτιού.

Κρεβάτια συνήθως δεν είχαν, αλλά ως επί το πλείστον κοιμούνταν πάνω σε χοντρά στρώματα γεμισμένα με χόρτο ή άχυρο, που τα κάλυπταν με χοντρά υφάσματα και τα έβαζαν στο πάτωμα.

Δίπλα στο κυρίως δωμάτιο ήταν ένα μικρό δωμάτιο, ο «οντάς», περιποιημένο πάντοτε και χρησίμευε ως χώρος υποδοχής, εκεί δέχονταν τους ξένους και στις γιορτές τους επισκέπτες.

Ασχολίες των γυναικών

Τα περισσότερα σπίτια είχαν δικούς τους φούρνους. Στον φούρνο έκαιγαν πάντοτε ξύλα και έβαζαν σε φουρνιές τα ψωμιά, τα οποία ήταν μεγάλα και το καθένα ζύγιζε 2-3 οκάδες. Στην αυλή είχαν επίσης και μια ειδική ψησταριά για να ψήνουν τις πίτες. Οι πίτες που έφτιαχναν ήταν συνήθως από κόκκινο κολοκύθι, τυρί ή τραχανά. Αποτελούσαν μάλιστα μια πολύ καλή τροφή για την οικογένεια.

Γυναίκες του Λιβαδίου το 1916

Οι επαγγελματίες του χωριού

Το χωριό είχε τέσσερα παντοπωλεία. Στο Λιβάδι προπολεμικά λειτουργούσαν τέσσερα καφενεία, τα τρία από αυτά ήταν σε ιδιόκτητα παλιά ισόγεια κτίρια και το τέταρτο ήταν ιδιοκτησία της κοινότητας και το εκμεταλλευόταν όποιος το νοίκιαζε για ορισμένο χρονικό διάστημα.

Λίγο πιο έξω από το Λιβάδι ήταν ένας νερόμυλος, που γύριζε με το νερό που έτρεχε από το μικρό ποταμάκι. Εκεί άλεθαν το σιτάρι τους όλοι οι χωρικοί.

Το χωριό είχε ένα σιδερά που έκανε και τον πεταλωτή. Είχε ακόμη ένα τυροκομείο, το οποίο λειτουργούσε μόνο κατά τους θερινούς μήνες μέχρι τον Οκτώβριο.

Στο χωριό λειτουργούσαν τέσσερα υποδηματοποιεία. Τα δύο ανήκαν σε καλούς τεχνίτες που πουλούσαν ακόμη και έτοιμα παπούτσια ή τα κατασκεύαζαν επί παραγγελία. Έφτιαχαν ακόμη και τσαρούχια, τα οποία φορούσαν οι χωρικοί τις καθημερινές και πήγαιναν στις δουλειές τους.

Γιατρός δεν υπήρχε στο χωριό, ούτε φαρμακείο. Ο γιατρός γενικής ιατρικής, ερχόταν μόνο μια μέρα την βδομάδα.

Εκκλησιαστική Βυζαντινή Μουσική

Το Λιβάδι έχει πολλούς ψάλτες και πολλούς παπάδες. Πιθανολογείται ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το χωριό βρίσκεται πολύ κοντά στο Μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας. Η μικρή απόσταση του Μοναστηριού και της Σχολής που ιδρύθηκε το 1918 με βασικό σκοπό να συγκεντρώσει και να μορφώσει τα παιδιά των γειτονικών περιοχών της Χαλκιδικής, είχε και πιο πρακτική και άμεση συνέπεια. Πολλά παιδιά από το Λιβάδι, όπως και από τα άλλα χωριά της περιοχής μας, έσπευσαν να εγγραφούν και να φοιτήσουν στη νέα Σχολή. Εκεί έμαθαν τα απαραίτητα «γράμματα» για να εξασφαλίσουν ένα βιοποριστικο επάγγελμα (πολλοί από τους πρώτους μαθητές εκείνης της εποχής έγιναν δάσκαλοι), αλλά έφεραν και στο χωριό την επίδραση της Σχολής και την πνευματική ακτινοβολία του Μοναστηριού. Έφεραν μαζί και τη γνώση της Εκκλησιαστικής Μουσικής, η οποία σιγά σιγά έγινε βίωμα, μεράκι, παράδοση.

Η προσέλευση μαθητών στην Αγία Αναστασία από το Λιβάδι συνεχίστηκε μέχρι το 1971 που έκλεισε η Σχολή. Μέχρι τότε συνεχίστηκε και η άντληση πνευματικής τροφής και η καλλιέργεια της αγάπης προς την Εκκλησία και προς την Εκκλησιαστική Βυζαντινή μουσική

Η συγκοινωνία

Συγκοινωνία δεν είχε το χωριό, αφού δεν υπήρχε αυτοκινητόδρομος. Οι χωρικοί πήγαιναν με τα ζώα τους στην πόλη.

Αργότερα, λίγα χρόνια πριν από τον πόλεμο, έγινε ένας κακότεχνος και δύσβατος αυτοκινητόδρομος, με πολλές στροφές. Η συγκοινωνία γινόταν τότε με ένα μόνο αυτοκίνητο της γραμμής, το οποίο ανήκε σε δύο αδέλφια Λειβαδιώτες και εξυπηρετούσε όλα τα χωριά της Χαλκιδικής. Το αυτοκίνητο, που το αποκαλούσαν «ορειβάτη», γιατί πραγματικά χρειαζόταν μεγάλη δεξιοτεχνία για να οδηγήσει κανείς στον επικίνδυνο δρόμο από τα Βασιλικά μέχρι το χωριό.

Μετά έγινε ένας νέος δρόμος, όχι πολύ καλός, που ένωνε το Λιβάδι με το κοντινό χωριό, την Περιστερά, και από εκεί συνέχιζε ως την Θεσσαλονίκη. Από τότε η συγκοινωνία για το Λιβάδι γινόταν μέσω Περιστεράς.

Οι επαγγελματικές ασχολίες των κατοίκων

Οι Λειβαδιώτες ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, κυρίως είχαν κατσίκια, λίγο με τη γεωργία και με την υλοτομία. Ελάχιστοι ήταν και οι μελισσοκόμοι.

Το λιβαδιώτικο τυρί ήταν ονομαστό και περιζήτητο, γιατί το έφτιαχναν από αγνό κατσικίσιο γάλα και το διέθεταν σε πολύ καλή τιμή.

Στα χωράφια καλλιεργούσαν κυρίως σιτηρά και καπνά, όχι όμως πολύ καλής ποιότητας. Τα καπνοχώραφα ήταν κοντά στο χωριό συνήθως στις πλαγιές και ήταν ακατάλληλα για άλλου είδους καλλιέργεια. Η υλοτομία και τα λαθραία ξυλοκάρβουνα ήταν από τις κύριες ασχολίες των Λειβαδιωτών. Τα ξύλα τα έκοβαν από δάση που ήταν μακριά από το χωριό και τα φόρτωναν στα ζώα τους ώστε να τα πουλήσουν στα γύρω χωριά.

Τα κάρβουνα τα έφτιαχναν σε δύσβατα μέρη, για να μην τους ανακαλύπτουν οι δασοφύλακες. Η κατασκευή ξυλοκάρβουνων ήταν πολύ κοπιαστική και χρειαζόταν δύναμη και δεξιοτεχνία. Έσκαβαν ένα λάκκο, κατά προτίμηση μέσα στο δάσος, έβαζαν μέσα με ιδιαίτερη τέχνη τα ξύλα και τα σκέπαζαν καλά με το χώμα που είχαν βγάλει ώστε να μην μπαίνει από πουθενά αέρας.

Άφηναν μόνο μια μικρή τρύπα από όπου έβαζαν φωτιά στο λάκκο και έπειτα την έκλειναν και έφευγαν. Τα ξύλα σιγόκαιγαν έτσι δύο-τρεις μέρες. Στη συνέχεια, οι χωρικοί έβγαζαν τα χώματα, τοποθετούσαν τα ξυλοκάρβουνα στα σακιά και τα μετέφεραν στα γύρω χωριά όπου και τα πουλούσαν.

Λίγοι κάτοικοι είχαν λαχανόκηπους (μπαξέδες) και εκεί καλλιεργούσαν κυρίως φασολάκια, παράτες και μεγάλα κολοκύθια, κατάλληλα για πίτες ή για τροφή των ζώων τους. Οι περισσότεροι τα καλλιεργούσαν για να καλύπτουν τις δικές τους ανάγκες, άλλοι όμως τα πουλούσαν στα γύρω χωριά, ακόμη και στη Θεσσαλονίκη, όπου μάλιστα ήταν περιζήτητα.

Ονομαστοί μπαξέδες στο Λιβάδι ήταν η «Γουλισάνη», που βρισκόταν χαμηλά στο δρόμο που οδηγούσε στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, «του Μισή ο μύλος», που βρισκόταν αριστερά του δρόμου που οδηγούσε από τα Βασιλικά στο Λιβάδι και «του Μποσνάκη ο μπαξές» που βρισκόταν στο άλλο το λιβάδι, έτσι λεγόταν μια τοποθεσία που ήταν αριστερά πίσω από το δάσος, στο δρόμο που πηγαίνει στα Πετροκέρασα.

Όλοι οι μπαξέδες είχαν άφθονο νερό για πότισμα. Το Λιβάδι όμως είχε δύο χαρακτηριστικά φρούτα: Το καλοκαίρι (Μάιος-Ιούνιος) που έβγαιναν τα κεράσια και το χειμώνα που το χωριό είχε τα κάστανα. Οι καστανιές αποτελούσαν ολόκληρο δάσος. Γύρω από το χωριό φύτρωναν πολλά αρωματικά φυτά, ρίγανη, μέντα, φλαμούρι και άλλα παρόμοια.

Η εκπαίδευση

Στο Λιβάδι λειτουργούσε ένα εξατάξιο δημοτικό σχολείο. Μετά το δημοτικό, ελάχιστοι συνέχιζαν τις σπουδές τους και φοιτούσαν στο Ημιγυμνάσιο των Βασιλικών. Στο Γυμνάσιο, που υπήρχε μόνο στη Θεσσαλονίκη, δεν πήγαινε κανείς. Αρκετοί όμως νέοι φοιτούσαν στην Ιερατική Σχολή που ήταν στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας και παρείχε δωρεάν φοίτηση, διατροφή και στέγαση. Εκεί διδάσκονταν θεολογικά κυρίως μαθήματα και βυζαντινή μουσική. Οι απόφοιτοι της Σχολής συνήθως γίνονταν μετά κληρικοί ή ψάλτες ή επέστρεφαν στο χωριό.

Σχολείο

Τα πανηγύρια

Λίγες μέρες πριν από τη γιορτή της Παναγίας, μια επιτροπή του χωριού που την αποτελούσαν ο παπάς, ο πρόεδρος της κοινότητας και μερικοί από τους κατοίκους, γυρνούσε στα σπίτια και μάζευε διάφορα τρόφιμα, πατάτες, φασόλια, κρεμμύδια, αλεύρι και ό,τι άλλο μπορούσε να προσφέρει ο καθένας, ενώ οι κτηνοτρόφοι έδιναν κανένα κατσίκι ή καμιά γίδα. Με αυτά μαγείρευαν τη μέρα της Παναγίας σε μεγάλα καζάνια που τα είχαν γανώσει προηγουμένως για να είναι καθαρά. Προηγουμένως οι γυναίκες είχαν ζυμώσει ψωμιά από το αλεύρι που είχε μαζέψει η επιτροπή.

Το γλέντι άρχιζε συνήθως από την παραμονή, η δε κατανάλωση σε ποτά και μεζέδες ήταν κάτι που όλο το χρόνο δεν είχε προηγούμενο. Κάθε καφενείο διέθετε δική του μουσική, που αποτελούνταν από ένα κλαρίνο, βιολί και ούτι. Οι οργανοπαίχτες ήταν τις περισσότερες φορές από άλλα χωριά και είχαν συμφωνήσει με τους ιδιοκτήτες των καφενείων πολλές μέρες πριν από τη γιορτή.

Κυριακάτικη ψυχαγωγία και καθημερινότητα

Την Κυριακή το πρωί ποτέ δεν δούλευαν. Ήταν η μέρα της ανάπαυσης. Πρωί πρωί φορώντας τις πατροπαράδοτες πολύχρωμες φορεσιές τους, πήγαιναν στην εκκλησία. Οι άντρες τις Κυριακές φορούσαν τα καλά τους ρούχα, φαρδύ μαύρο παντελόνι από χοντρό ύφασμα (το μπενιβρέκι). Λίγοι μόνο πήγαιναν στην εκκλησία. Το κυριακάτικο φαγητό ήταν πάντα μαγειρεμένο με κρέας ή όσπρια ή λαχανικά.

Όταν ο καιρός το επέτρεπε, οι νέοι και οι νέες του χωριού έστηναν χορό με λαϊκά όργανα, που τα έπαιζαν ντόπιοι οργανοπαίκτες, στην πλατεία που ήταν κοντά στο «τηγανάκι». Ο χορός άρχιζε το απόγευμα και τελείωνε με τη δύση του ήλιου.

Αν και η τροφή τους ήταν φτωχή, δεν αρρώσταιναν συχνά και οι περισσότεροι πέθαιναν αφού είχαν συμπληρώσει πάνω από ογδόντα χρόνια ζωής, την εποχή που ο μέσος όρος ήταν τα 60 χρόνια.

Οι τοπικές αρχές

Στο Λιβάδι υπήρχε μόνιμος αστυνομικός σταθμός, με έναν ενωματάρχη και τρεις-τέσσερις χωροφύλακες που επόπτευαν και τα γύρω κοντινά χωριά. Είχε και έναν ή δύο αγροφύλακες, που αμείβονταν από τις εισφορές των κατοίκων και είχαν αποστολή την πρόληψη. Το χωριό είχε και έναν δασοφύλακα.

Ο Γάμος

Ο γάμος στο Λιβάδι ξεκινούσε από την Τετάρτη και κρατούσε μέχρι την Κυριακή. Μέσα σ’ αυτές τις μέρες μια σειρά από έθιμα τελούνταν που είχαν σκοπό τη σωστή προετοιμασία του νέου ζευγαριού αλλά και τη δημιουργία των καλύτερων προϋποθέσεων για το ξεκίνημα της καινούριας τους κοινής ζωής. Βέβαια ο κάθε γάμος ήταν μια ευκαιρία για γιορτή, χορό και τραγούδι για όλο το χωριό.

Η πορεία αυτή προς την κορύφωση του μυστηρίου έχει ως εξής:

Τετάρτη: Χωριστά στα σπίτια του γαμπρού και της νύφης έφτιαχναν από ένα ψωμάκι που το έτρωγαν οι σπιτικοί και εύχονταν «η ώρα η καλή». Το ψωμάκι αυτό ήταν γλυκό και το ονόμαζαν «Πρωτόψωμο». Αυτό ήταν και το σημάδι ότι αρχίζει ο γάμος.

Πέμπτη: Το βραδάκι κορίτσια και φίλοι του γαμπρού μαζεύονταν, καλεσμένοι, στο σπίτι του. Μια πρώτη συγγενής του γαμπρού (ξαδέλφη) με μάνα και πατέρα (όχι ορφανή), έπιανε τα πρωζύμια- σε μια μικρή σκάφη τοποθετούσαν ένα κλωναράκι βασιλικό δεμένο με κόκκινη κορδέλα (για να μην πιάνει το κακό μάτι), ένα κομματάκι βαμβάκι (για να «ασπρίσει» μαζί το νέο ζευγάρι), ένα καπελάκι παιδιού (για να τεκνοποιήσει το ζευγάρι), και ένα δαχτυλίδι που το κρατούσε η κοπέλα που θα ζύμωνε. Όλα αυτά τα τοποθετούσαν την ΠΥΚΝΑΔΑ (κόσκινο) πάνω στο αλεύρι. Κοσκίνιζαν το αλεύρι χωρίς να χτυπούν τα χέρια στην πυκνάδα (για να μη χτυπά ο γαμπρός τη νύφη). Η κοπέλα που ζύμωνε δεν έπλενε τα χέρια της εκείνο το βράδυ. Μόλις το ‘φτιαχναν, το έβαζαν στη μέση και όλοι οι νέοι μαζί το τραγουδούσαν.

Αυτή τη μέρα στο σπίτι του γαμπρού κατασκεύαζαν το Χράμπλο. Το χράμπλο ήταν ένα κοντάρι που στην κορυφή του δημιουργούνταν ένας σταυρός και κρεμόταν ένα ουρανί ύφασμα. Στις τρεις άκρες του σταυρού κάρφωναν ένα μήλο, ένα λεμόνι και ένα πορτοκάλι ή τρία ρόδια (καρποί= σπίτι γεμάτο καλά, τύχη)

Παρασκευή: Το πρωί η ίδια κοπέλα με το προζύμια έπλαθε ψωμιά. Το πρώτο ψωμί -το Πρωτόψωμο- το έτρωγαν οι συγγενείς του γαμπρού, στο φούρνο, μόλις έβγαινε ζεστό με μέλι και τραγουδούσαν. Από νωρίς στο σπίτι της νύφης έστηναν την προίκα και καλούσαν το χωριό να τη δει. Τότε της πήγαινε ο καθένας και το δώρο του. Τρεις κοπέλες πήγαιναν στη νύφη τα δώρα του γαμπρού. Αυτά ήταν ένα κλίκι, γλυκό, στολισμένο για να το φάει το Σάββατο το βράδυ έναν μεγάλο καθρέφτη, τα νυφικά παπούτσια καθώς και διάφορα δώρα για τους συγγενείς της νύφης, με παρόμοιο τρόπο με του γαμπρού, πιάναν τα προζύμια.

Σάββατο: Το πρωί φτιάχναν τα πρωτόψωμο της νύφης. Η νύφη έπλαθε δύο ψωμιά σε σχήμα κουλούρας. Το απόγευμα, κορίτσια, φίλες της νύφης, τα στόλιζαν με λουλούδια και χρυσή κλωστή, τα έψηναν μαζί με το πρωτόψωμο και τα έπαιρναν μαζί με τα προικιά την Κυριακή. Τα ψωμιά αυτά τα φύλαγαν στα σεντούκια. Το βραδάκι η νύφη και ο γαμπρός έστελναν από ένα δικό τους άνθρωπο με ένα μπουκάλι ούζο να περάσει γύρα τα σπίτια. Αυτός, με το ούζο κερνούσε στα σπίτια και έτσι γινόταν το κάλεσμα στο γάμο.

Το βράδυ ο γαμπρός με όργανα πήγαινε στο σπίτι της νύφης για να κόψουν το κλίκι (το δώρο του γαμπρού). Ο γαμπρός και η νύφη το τραβούσαν από τις δύο άκρες ο καθένας προς το μέρος του. Το κλίκι κοβόταν και τότε μια σειρά από πειράγματα άρχιζαν προς αυτόν που κράτησε το μικρότερο κομμάτι. Το κλίκι το έτρωγε το μελλοντικό ζευγάρι.

Κυριακή: Το πρωί της Κυριακής ο γαμπρός και η νύφη έμεναν νηστικοί μέχρι που τους έφερναν στα σπίτια τους λειτουργιά από την πρωινή ακολουθία της εκκλησίας. Όλο το πρωινό δύο άνθρωποι του γαμπρού σε δύο στολισμένα άλογα γυρνούσαν το χωριό και επαναλάμβαναν το κάλεσμα με το ούζο. Το μεσημέρι πήγαιναν κορίτσια στο σπίτι της νύφης για να την στολίσουν. Τα κορίτσια περισσότερο ενδιαφέρονταν να προλάβουν να γράψουν τα ονόματά τους κάτω από το δεξί παπούτσι της νύφης. Ένα έθιμο λέει ότι η κοπέλα της οποίας το όνομα θα σβηστεί κατά τη διάρκεια του γάμου, θα παντρευόταν μέσα στον χρόνο. Το δεξί παπούτσι το φορούσε στη νύφη ο αδελφός της. Αντίστοιχα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού οι φίλοι του με όργανα και ο κουρέας για να τον ξυρίσουν και να τον ντύσουν. Πριν από τη στέψη τα όργανα περνούσαν από το σπίτι του κουμπάρου και τον έπαιρναν μαζί τους. Στη συνέχεια περνούσαν να πάρουν το γαμπρό και όλους τους συγγενείς του που ήταν μαζεμένοι εκεί, Από εκεί όλοι μαζί πήγαιναν στη νύφης όπου αντάμωναν τα σόγια.. Μια κοπέλα έβαζε στους καλεσμένους από μία καρφίτσα με χρυσή κλωστή.

Η νύφη έκανε τον Ντάρο, έβαζε, δηλαδή, από ένα μαντίλι στο πέτο των φίλων του γαμπρού. Την ίδια ώρα τα δύο άλογα του γαμπρού έφταναν στο σπίτι της νύφης για να πάρουν τα προικιά της στο καινούριο της σπιτικό. Ο γαμπρός για να μπει στο σπίτι της νύφης έπρεπε να τάξει. Μόλις έμπαινε τον κερνούσαν κρασί.

Όλοι μαζί ξεκινούσαν για την εκκλησία, Μπροστά πήγαινε το χράμπλο, μετά ένα παιδί με ένα καλάθι στο οποίο υπήρχαν ένα ύφασμα (δώρο της κουμπάρας για τη νύφη), τα κουφέτα, ρύζι και τα στέφανα. Μετά τα όργανα με τος φίλους του γαμπρού που χόρευαν. Πίσω τους η νύφη και ο γαμπρός και στη συνέχεια ο κόσμος. Στην τελετή, στο «Ησαΐα Χόρευε», η κουμπάρα βάζει στους ώμους του ζευγαριού το ύφασμα-δώρο της. Στο τέλος της τελετής σήκωναν στους ώμους τον κουμπάρο και τον τσιμπούσαν μέχρι να τάξει τραπέζι.

Από την εκκλησία όλος ο κόσμος με τα όργανα πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού. Η μητέρα του γαμπρού τους περίμενε με γλυκό που το τάιζε στο στόμα του ζευγαριού, ένα ρόδι που το έδινε στη νύφη να το πατήσει και να το σκάσει και ένα ύφασμα δώρο για τη νύφη. Η νύφη έκανε μετάνοια στην πεθερά της και αυτή την έπαιρνε στο σπίτι, από πίσω ερχόταν και ο κόσμος. Στο σπίτι η νύφη, με το νυφικό, μοίραζε κουφέτα στους καλεσμένους και αυτοί της έδιναν λεφτά. Μοίραζε και δώρα, πχ στον κουμπάρο μια πετσέτα, ένα πουκάμισο, κάλτσες, μαντίλι, μαξιλάρι, κλπ. Στους θείους του γαμπρού μάλλινες κάλτσες, στις θείες μαντίλια, κλπ.

Η συνέχεια ήταν το γλέντι, Στην αυλή του σπιτιού του ζευγαριού ή στην πλατεία του χωριού μαζευόταν ο κόσμος και τα όργανα, Το γλέντι άρχιζε ο κουμπάρος, χορεύοντας τη νύφη.

Η επεξεργασία του γάλακτος

Το γάλα το μάζευαν στη Στρούγκα, στη στάνη, Εκεί πίτιαζαν το γάλα στα καρδάρια για να γίνει ο Τυλεμές. Ο τυλεμές είναι σαν παχύ γιαούρτι που τον έσπαγαν (τον έκοβαν κομμάτια) με τον Τσεπτσε, μια μεγάλη ρηχή κουτάλα.Τον έβαζαν στις τσαντίλες (υφαντά) και τον κρέμαγαν στο Τσγκαλα μέχρι να στραγγιστεί το τζίρος. Τον στραγγισμένο τυλεμέ τον μετέφεραν στο χωριό, όπου τον έκοβαν σε κομμάτια, τον αλάτιζαν και τον έβαζαν στα καδιά που τα σκέπαζαν με πέτρα.

Η μαγιά που χρησιμοποιούσαν για το τυρί λέγεται πιτιά. Την πιτιά τη έπαιρναν από το στομάχι μικρών κατσικιών. Έπαιρναν, δηλαδή, το μισοχωνεμένο γάλα, το κουρσάκι, και το διέλυαν σε γάλα και αλάτι.

Το τζίρο που στράγγιζε τον μάζευαν σε καζάνι και τον έβαζαν στο χαρκόλακα με τσάκνα σε δυνατή φωτιά. Με το βράσιμο μαζευόταν στην επιφάνει η ούρδα. Την ούρδα τη μάζευαν με τον τσεπτσέ σε μια τσαντίλα με αλάτι. Στη συνέχεια την έβαζαν στα καβανάζα (πήλινα σκεύη, βαθιά με δύο χερούλια και πλατύ στόμιο) για λίγες ημέρες. Την ούρδα με το αλάτι τη ζύμωναν-χτυπούσαν με τα χέρια και έβγαινε αφρός τότε, ρίχναν κρύο νερό και μάζευαν το βούτυρο. Το βούτυρο το έβραζαν για λίγο ακόμη χωριστά. Την αποβουτυρωμένη ούρδα τη χρησιμοποιούσαν στις πίτες.

Το νερό που έμενε στο καζάνι το έδιναν στο γουρούνι.

Τον Οκτώβριο τον Μπάτσο (το λίγο γάλα των ζώων) τον έβαζαν στις καβανάζες που τις βούλωναν με κερί και τις άνοιγαν τα Χριστούγεννα. Έτσι έφτιαχναν το κατίκι.