Αρχική » Εθνικοί αγώνες και αγωνιστές

Εθνικοί αγώνες και αγωνιστές

Από το 1821 μέχρι το 1900

Για την προ του 1821 εποχή δεν διαθέτουμε ιστορικά στοιχεία. Το 1821 μαζί με άλλα χωριά της Χαλκιδικής, πήρε μέρος και το Λιβάδι στην επανάσταση του Γένους εναντίον των Τούρκων. Το χωριό πλήρωσε πολύ ακριβά τη συμμετοχή του στην επανάσταση. Οι πολυάριθμοι Τούρκοι (10.000 στρατιώτες εναντίον 300 επαναστατών), αφού εξουδετέρωσαν την αντίσταση των Ελλήνων αγωνιστών στα Βασιλικά, έκαψαν το χωριό και στη συνέχεια επιτέθηκαν στο Μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας, στη Γαλάτιστα και σ’ όλα τα γύρω χωριά μέχρι και το Ζαγκλιβέρι.Ήθελαν να καταπνίξουν την επανάσταση και να εκδικηθούν. Γι’ αυτό, απ’ όπου περνούσαν, λεηλατούσαν και έγαιγαν τα χωριά, τους δε κατοίκους ή τους σκότωναν ή τους έστελναν στα σκλαβοπάζαρα. Την ίδια τύχη είχε και το Λιβάδι.

Όπως είναι γνωστό, η επανάσταση στη Χαλκιδική και γενικότερα στη Μακεδονία το 1821 απέτυχε, κυρίως λόγω παρεμβάσεως των ξένων, οι οποίοι πίεσαν την Ελληνική Κυβέρνηση να μην ενισχύσει τους επαναστάτες και να τους υποχρεώσει σε ανακωχή. Οι περιοχές αυτές παρέμειναν κάτω από τον τουρκικό ζυγό για πολλά ακόμη χρόνια. Όμως οι αγώνες των Μακεδόνων για την ελευθερία ποτέ δεν σταμάτησαν. Και οι Λιβαδιώτες, σαν καλοί πατριώτες, φαίνεται πως ήταν πάντα μέσα σε κάθε επαναστατική κίνηση.

Απελευθερωτικοί Αγώνες 1900-1912

Λιβαδιώτες Μακεδονομάχοι

Σύμφωνα με προφορικές διηγήσεις, στην περιοχή του Λιβαδίου ο μακεδονικός Αγώνας εντάθηκε μεν μετά το 1900, άρχισε όμως γύρω στα 1865 όταν οι Βούλγαροι, ως όργανα γενικότερης κίνησης του πανσλαβισμού και της προσπάθειας καθόδου στο Αιγαίο, επιχείρησαν να αλλάξουν το φρόνημα του ελληνικού πληθυσμού της Μακεδονίας, τοποθετώντας «δικούς τους» στις θέσεις-κλειδιά του παπά και του δασκάλου στα χωριά μας.

Άρχισαν λοιπόν, ένα σιωπηρό παιδομάζωμα και ύστερα από εντατική εκπαίδευση και ανθελληνική προπαγάνδα, τα πρώην ελληνόπουλα γινόταν «παπάδες» ή «δάσκαλοι» ή αξιωματικοί ενόπλων ομάδων (των κομιτατζήδων). Οι ένοπλοι αυτοί, εκτός από τη γενικότερη τρομοκρατία των κατοίκων των χωριών ας, ασκούσαν και ένα άλλο έργο, πιο σημαντικό και περισσότερο επικίνδυνο για τον Ελληνισμό. Πλησίαζαν τους προύχοντες των ελληνικών κοινοτήτων και προσπαθούσαν να εξαγοράσουν τις συνειδήσεις τους με χρήματα για να δεχθούν στα χωριά τους τον δάσκαλο και τον παπά που αυτοί θα τους έστελναν. Αν δεν πετύχαιναν το σκοπό τους με τα λεφτά, τότε προχωρούσαν στη δολοφονία των αρνουμένων και έτσι και αυτούς τιμωρούσαν και τους άλλους προειδοποιούσαν και πίεζαν ψυχολογικά ώστε να δεχθούν τις προτάσεις τους. Αυτό προκάλεσε την έντονα αντίδραση του ελληνικού στοιχείου και έτσι οργανώθηκαν οι πρώτες ένοπλες ομάδες στην περιοχή μας, οι οποίες απομάκρυναν τους κομιτατζήδες.

Στις ομάδες αυτές των εθελοντών φρουρών της περιοχής μας εντάχθηκαν και πολλοί Λιβαδιώτες.

Αργότερα, συνεργάστηκαν με άλλους Μακεδονομάχους και έφτασαν μέχρι τα Γιαννιτσά. Ορισμένοι από αυτούς, όταν επέστρεψαν για λίγο στα χωριά τους για ανεφοδιασμό, συνελήφθησαν από τους Τούρκους, με την κατηγορία της επαναστατικής δράσης και κλείστηκαν στις φυλακές.

Από το 1912 μέχρι το 1940

Μετά την απελευθέρωση του 1912 και έως το 1940 έχουμε τους Βαλκανικούς Πολέμους που συνεχίζονται, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Στην περιοχή του Λιβαδίου κατά την περίοδο 1912-1940 δεν συνέβησαν πολεμικές επιχειρήσεις, εκτός από την εγκατάσταση για λίγο των «αγγλογάλλων» το 1916, οι οποίοι στρατοπέδευσαν στα υψώματα γύρω από το χωριό μας και κατασκεύασαν και κάποια «οχυρωματικά έργα». Δηλαδή χαρακώματα στις κορυφές του προφήτη Ηλία και της Τσούκας.

Από το 1940 μέχρι το 1950

Στον ελληνιϊταλικό πόλεμο του 1940-41 στα βουνά της Αλβανίας πολέμησαν πολλοί Λιβαδιώτες.

Στα δύο πρώτα χρόνια της Κατοχής, ελάχιστες φορές «επισκέφτηκαν» το χωριό οι Γερμανοί με σκοπό να δείξουν την παρουσία τους και με την ευκαιρία «να αγοράσουν» από το χωριό (με χρήματα που την άλλη μέρα έχαναν το μισό της αξίας τους), πότε κανένα μοσχάρι ή άλλο ζώο και πότε κρασί, τυρί, ή ό,τι άλλο τους άρεσε. Ήθελαν να θυμίσουν ότι και το χωριό μας, όπως όλη η Ελλάδα, είναι μέρος του γερμανικού κράτους.

Από το φθινόπωρο του 1943 μέχρι το τέλος του πολέμου (Οκτώβριο 1944) οι Γερμανοί έρχονταν μόνο για να κυνηγήσουν τους αντάρτες. Πολλές φορές συνοδεύονταν και από Βούλγαρους και Μογγόλους (τους είχαν αιχμαλωτίσει από τον σοβιετικό στρατό και τους είχαν εντάξει στο στρατό κατοχής), σπανιότερα δεν είχαν μαζί τους και μερικούς Ιταλούς. Οι επιχειρήσεις αυτές δεν ήταν πολύ συχνές, εντάθηκαν όμως και πύκνωσαν το καλοκαίρι του 1944.

Οι αντάρτες, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι στο χωριό μας και στα γύρω βουνά, όταν μάθαιναν ότι έρχονται οι Γερμανοί, έφευγαν και κρύβονταν στα δάση. Απέφευγαν να δώσουν μάχη ή να αντισταθούν στις κινήσεις των Γερμανών και έτσι, δεν έγιναν πολεμικές συγκρούσεις στην περιοχή.

Οι αντάρτες εμφανίστηκαν στο χωριό μας το φθινόπωρο του 1943. Στην αρχή ήρθαν ως ένοπλοι της απελευθερωτικής οργάνωσης του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), αργότερα έγινε γνωστό ότι είναι τμήματα του ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) και τελικά αποκαλύφθηκε ότι πίσω από όλη αυτή την οργάνωση βρισκόταν το ΚΚΕ.

Οι αντάρτες και όλοι οι πολιτικοί καθοδηγητές κινούνταν στο χωριό μας και στην περιοχή του ελεύθερα, λόγω του ορεινού του εδάφους και ήταν η έδρα του Τάγματος Χορτιάτη με αρχηγό τον Καπετάν Κίτσο.

Το καλοκαίρι του 1944 οι κάτοικοι του Λιβαδίου το πέρασαν στα βουνά. Οι μεγάλοι θα θυμούνται σίγουρα τις «φευγάλες», όπως συνήθιζαν να χαρακτηρίζουν τις σχεδόν καθημερινές εξόδους από το χωριό προς τις βόρειες περιοχές, όπου κρύβονταν για να μη τους βρουν οι Γερμανοί, που συνήθως ξεκινούσαν από τα Βασιλικά και σπανιότερα από τη μεριά της Σαρακήνας και του Ζαγκλιβερίου για να κυνηγήσουν τους αντάρτες που βρισκόταν στα βουνά μας.

Ευτυχώς, αυτά συνέβαιναν καλοκαίρι και δεν δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα υγείας και επιβίωσης. Οι κάτοικοι πήγαιναν «σαν κλέφτες» στο χωριό, έπαιρναν στα γρήγορα ό,τι χρήσιμο είχαν στα σπίτια τους (κυρίως ψωμί και άλλα τρόφιμα) και επέστρεφαν στο βουνό, όπου είχαν στήσει πρόχειρα καταλύματα στα δάση και στις χαράδρες.

Ο εμφύλιος πόλεμος 1947-1949

Αυτή ήταν η εποχή που οι «συμμορίτες» ή «αντάρτες του Δημοκρατικού στρατού» πραγματοποιούσαν λίγες -ευτυχώς- επιθέσεις εναντίον του Σταθμού Χωροφυλακής του χωριού για να επισκέπτονται κρυφά χωρικούς του χωριού από τους οποίους έπαιρναν ψωμί και άλλα τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης και έκαναν και ορισμένες απόπειρες «παιδομαζώματος». Τότε ήταν που έφυγε το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του Λιβαδίου προς τη Θεσσαλονίκη. Έτσι και η νεολαία απέφυγε το παιδομάζωμα και οι λίγο μεγαλύτεροι τη «βίαιη στρατολογία». Μετά τη λήξη του πολέμου καμιά οικογένεια δεν επέστρεψε στο χωριό λόγω και της αστυφιλίας που ήταν σε έξαρση τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Οι κάτοικοι το 1960 ήταν ελάχιστοι και τα περισσότερα σπίτι άδεια και ερειπωμένα.

ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ 19ου ΑΙΩΝΑ

Αγγελίδης Νικόλαος: Γεννήθηκε γύρω στο 1810-1820 στο Λιβάδι Θεσσαλονίκης. Ήταν γιος του Αγγελή Στέριου. Σε νεαρή ηλικία ακολούθησε τον πατέρα του στον ξεσηκωμό της πατρίδας του. Στη συνέχεια μετέβη με την οικογένειά του στις Βόρειες Σποράδες. Το 1827 εντάχθηκε στο στρατιωτικό σώμα του ναυάρχου Κόχραν και συμμετείχε στις εκστρατείες της Χίου, του κόλπου της Γέρας, της Μυτιλήνης και της Γραμβούσας στην Κρήτη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1850υπηρετούσε ως υπολοχαγός στο ΣΤ’ τάγμα Οροφυλακής. Το 1853 τιμήθηκε με χάλκινο αριστείο.

Αγγέλου Μαργαρίτης: Γεννήθηκε το 1793. Μετά την ατυχή έκβαση του κινήματος της Χαλκιδικής κατέφυγε στη Σκόπελο. Δεν σώζονται στοιχεία για ενδεχόμενη συμμετοχή του στην επανάσταση. Το 1828 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στην Η’ εκατονταρχία της Ζ’ χιλιαρχίας υπό τον συμπατριώτη του εκατόνταρχο Αγγ. Στέριου. Το 1829 τοποθετήθηκε στην Γ’ εκατονταρχία της B’ πεντακοσιαρχίας του Αποστολάρα και το 1830 μετατέθηκε στον Β’ λόχο του νεοσύστατου ΙΣΤ’ τάγματος. Παραιτήθηκε από την υπηρεσία του τον Αύγουστο του 1830.

Αθανασίου Δημήτριος: Γεννήθηκε το 1803. Επικεφαλής τριάντα στρατιωτών πήρε μέρος στην επανάσταση της Χαλκιδικής, πολεμώντας στο πλευρό του Εμμ. Παπά στις μάχες των Μαντεμοχωρίων, της περιοχής του Αγίου Όρους και της Κασσάνδρας. Η αποτυχία του κινήματος τον οδήγησε στα νησιά των Βόρειων Σποράδων. Συνέχισε τον Αγώνα στη νότια Ελλάδα υπό τις οδηγίες διάφορων οπλαρχηγών. Το 1822 πολέμησε υπό τον Διαμαν΄τη Ολύμπιο και τον Ν. Κριεζιώτη στις μάχες που διεξήχθησαν στα Βρυσάκια και στα Τριαλά της Εύβοιας. Πολέμησε επίσης στη Σκιάθο και στο Τρίκερι το 1823, στο Νεόκαστρο το 1825, στην Αταλάντη το 1826 και πάλι στο Τρίκερι το 1827. Την περίοδο 1824-1825 συμμετείχε με τους άλλους Μακεδόνες, κατά διαστήματα στη διαφύλαξη της Ύδρας, συγκεκριμένα εντάχθηκε στο σώμα του οπλαρχηγού Μπαϊρακτάρη. Το 1828 με την ίδρυση των χιλιαρχιών κατατάχθηκε ως πένταρχος στην Η΄εκατονταρχία της Ζ’ χιλιαρχίας υπό τον εκατόνταρχο Αγγ. Στέριου. Το 1829 προβιβάστηκε σε δωδέκαρχο της Β’ εκατονταρχίας της Β’ πεντακοσιαρχίας του Αποστολάρα. Το 1830 τοποθετήθηκε ως δεκανέας στο Β’ λόχο του ΙΣΤ’ τάγματος και το 1832 προβιβάστηκε σε λοχία. Το 1836 εντάχθηκε ως υπαξιωματικός στο Β’ Τάγμα Εθνοφυλακής Καλλιδρόμου. Την ίδια χρονιά προτάθηκε για χάλκινο αριστείο. Το 1839 εμφανίζεται σε κατάλογο εθνοφυλάκων δικαιούχων σιδερένιου αριστείου. Μετά την αποστράτευσή του εγκαταστάθηκε στην Αταλάντη. Το 1846 υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή Εκδουλεύσεων προκειμένου να δικαιωθεί από την ελληνική Πολιτεία για τις θυσίες του στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη των υπαξιωματικών.

Αθανασίου Στεριανός: Γεννήθηκε το 1804.Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες πληροφορίες για το πρόσωπό του. Έπειτα από την πτώση της Κασσάνδρας κατέφυγε στη νότια Ελλάδα. Το 1829 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στον τακτικό στρατό στη Γ’ εκατονταρχία της Β’ πεντακοσιαρχίας υπό τον Αγγελή Στέριου.

Αναστασίου Πασχάλης Γεννήθηκε το 1808. Μετά το πέρας των πολεμικών επιχειρήσεων της επανάστασης του 1821 στη Χαλκιδική σε νεαρή ηλικία εγκατέλειψε την πατρίδα του και κατέφυγε στη νότια Ελλάδα. Μετά την απελευθέρωση εντάχθηκε στον τακτικό στρατό. Τον Μάιο του 1831 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στο Β’ λόχο του ΙΣΤ’ τάγματος όπου υπηρέτησε έως το 1832. Το ίδιο έτος ύστερα από πρόταση του Αποστολάρα τιμήθηκε με στρατιωτικό δίπλωμα δωδεκάρχου.

Γεωργίου Άγγελος Πήρε μέρος στην επανάσταση, ωστόσο δεν γνωρίζουμε ιδιαίτερες λεπτομέρειες για τη δράση του. Μετά την καταστροφή της πατρίδας συνέχισε τον πόλεμο στη νότια Ελλάδα. Το 1824 υπηρετούσε ως στρατιώτης στο σώμα του Αθ.Εμμ. Παπά στην Πελοπόννησο. Μετά την απελευθέρωση δεν κατατάχθηκε στον τακτικό στρατό αλλά εργάστηκε ως ναύτης στη Σκόπελο. Το 1829 αναφέρεται με άλλους παροίκους ως συνδρομητής στην κατασκευή σχολείων της Σκοπέλου. Το 1835 κάποιος Άγγελος Γεωργίου από τα Μαντεμοχώρια αναφέρεται ως κάτοικος Αταλάντης. Ίσως να πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

Εμμανουήλ Αθανάσιος Γεννήθηκε το 1803. Συμμετείχε στην επανάσταση της Χαλκιδικής πολεμώντας στα Μαντεμοχώρια και στην Κασσάνδρα. Στα τέλη του 1821 κατέφυγε στη Σκόπελο, εξακολουθώντας να αγωνίζεται στη νότια Ελλάδα. Επί Καποδίστρια το 1828 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στην Η’ εκατονταρχία της Ζ’ χιλιαρχίας υπό τον συμπατριώτη του Αγγ. Στέριου. Το 1829 τοποθετήθηκε ως στρατιώτης στην Γ’ εκατονταρχία της Β’ πεντακοσιαρχίας του Αποστολάρα και το 1830 τποθετήθηκε ξανά ως στρατιώτης στο Β’ λόχο του ΙΣΤ’ τάγματος. Τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου εγκατέλειψε τη στρατιωτική του υπηρεσία. Νυμφεύθηκε την Στεριανή και απέκτησε τρία παιδιά: τον Σταμάτη (γεν 1840), τον Εμμανουήλ (γεν 1844) και τη Μαρία (γεν 1847). Μετά την αποστράτευσή του εγκαταστάθηκε αρχικά στον Σκεντέραγα Φθιώτιδας και αργότερα στη Λίμνη Ευβοίας. Το 1841 προτάθηκε για αριστείο. Το 1865 η σύζυγός του υπέβαλε αίτηση στην Επιτροή Εκδουλεύσεων για τη δικαίωση των αγώνων του προς την πατρίδα. Κατατάχθηκε στην τάξη των στρατιωτικών.

Εμμανουήλ Νέστορας: Γεννήθηκε το 1786. Συμμετείχε στην επανάσταση, ωστόσο δεν σώζονται λεπτομέρειες για τη δράση του. Το 1821 εγκατέλειψε την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε στη νότια Ελλάδα. Το 1829 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στην Γ’ εκατονταρχία της Β’ πεντακοσιαρχίας της Ζ’ χιλιαρχίας. Το 1830 τοποθετήθηκε στον Β’ λόχο του ΙΣΤ’ τάγματος, υπό τον Αποστολάρα, όπου υπηρέτησε έως τον Σεπτέμβριο του 1831. Τον Δεκέμβριο του 1831 επανήλθε στο στράτευμα και αφού προήχθη σε δεκανέα κατατάχθηκε στο ΙΒ’ τάγμα έως το 1832. Το 1836 εντάχθηκε στο Β’ λόχο Εθνοφυλακής Λαμίας. Το ίδιο έτος προτάθηκε για σιδερένιο αριστείο. Μετά την αποστράτευσή του εγκαταστάθηκε στη Μενδενίτσα Φθιώτιδας.

Κανάκης Άγγελος Γεννήθηκε το 1805. Συμμετείχε στην επανάσταση από το 1821. Μετά την αποτυχία του κινήματος της Χαλκιδικής κατέφυγε στη Σκόπελο. Επί Καποδίστρια εντάχθηκε στον τακτικό στρατό. Το 1828 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στην Ι’ εκατονταρχία της Ζ’ χιλιαρχίας υπό τον εκατόνταρχο Αθ. Χαλκιώτη. Το 1829 τοποθετήθηκε στην Ε’ εκατονταρχία της Β’ πεντακοσιαρχίας του Αποστολάρα και το 1830 στον Δ’ ΄’πχπ του ΙΣΤ’ τάγματος, όπου υπηρέτησε έως το 1832. Το ίδιο έτος έπειτα από πρόταση του Αποστολάρα του απονεμήθηκε στρατιωτικό δίπλωμα δωδέκαρχου. Τον Ιούνιο του 1831 μαζί με άλλους στρατιώτες του ΙΣΤ’ τάγματος ζήτησε από τη Γραμματεία Στρατιωτικών την παραίτησή του λόγω αυταρχικής συμπεριφοράς του ταγματάρχη Αποστολάρα.

Κωνσταντίνου Ιωάννης: Ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά για το πρόσωπό του. Κάποια στιγμή εγκατέλειψε την πατρίδα του και πήγε στη νότια Ελλάδα. Το 1828 εντάχθηκε στον τακτικό στρατό, λίγο αργότερα το ίδιο έτος εγκατέλειψε τη στρατιωτική του υπηρεσία.

Λιβαδιώτης Αναστάσιος του Αθανασίου: Γεννήθηκε γύρω στο 1790. Ίσως ταυτίζεται με τον Αναστάσιο Μακρή. Μετά τη λήξη της επανάστασης στη Χαλκιδική κατέφυγε στη νότια Ελλάδα. Το 1830 υπηρετούσε ως στρατιώτης στην «Εκτελεστική Δύναμη του προσωρινού διοικητικού Σκοπέλου». Δ. Κριεζή. Μετά την απελευθέρωση ασχολήθηκε με το εμπόριο στη Σκόπελο, όπου απεβίωσε μετά από το 1853. Δεν σώζονται στοιχεία για πιθανή συμμετοχή του στην επανάσταση.

Νέστορας Αθανάσιος: Γεννήθηκε το 1804.Πρόκειται ίσως για αδελφό του Εμμανουήλ Νέστορα. Συμμετείχε στα πολεμικά γεγονότα της Χαλκιδικής και μετά την πτώση της Κασσάνδρας εγκαταστάθηκε στη Σκόπελο. Το 1828 κατατάχθηκε ως πένταρχος στην Η’ εκατονταρχία της Ζ’ χιλιαρχίας υπό τον συμπατριώτη του Αγγ. Στέριου. Το 1829 με τον ίδιο βαθμό τοποθετήθηκε στην Γ’ εκατονταρχία της Β’ πεντακοσιαρχίας του Αποστολάρα. Το 1830 προβιβάστηκε σε δεκανέα και μετατέθηκε στο Β’ λόχο του νεοσύστατου ΙΣΤ’ τάγματος, τον Σεπτέμβριο ωστόσο του 1831 παραιτήθηκε από την υπηρεσία του. Τον Δεκέμβριο του 1831 επανήλθε στο στράτευμα και αφού προήχθη σε λοχία κατατάχθηκε στο ΙΒ’ τάγμα. Το 1836 εντάχθηκε ως υπαξιωματικός στο Β’ τάγμα Εθνοφυλακής Καλλιδρόμου. Το ίδιο έτος τιμήθηκε με χάλκινο αριστείο. Μετά την αποστράτευσή του εγκταταστάθηκε στο Μώλο Φθιώτιδας.

Νέστορας Εμμανουήλ: Γεννήθηκε το 1801. Ίσως πρόκειται για αδελφό του Αθανάσιου Νέστορα. Πήρε μέρος με τους συμπατριώτες του στο επαναστατικό κίνημα της πατρίδας του έως την κατάληψη της Κασσάνδρας. Το 1828 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στην Η’ εκατονταρχία της Ζ’ χιλιαρχίας υπό τον Αγγ. Στέριου. Το 1829 ήταν στρατιώτης της Γ’ εκατονταρχίας της Β’ πεντακοσιαρχίας του Αποστολάρα και το 1830 μετατέθηκε στον Β’ λόχο του νεοσύστατου ΙΣΤ’ τάγματος, όπου υπηρέτησε έως τον Σεπτέμβριο του 1831. Τον Δεκέμβριο του 1831 επανήλθε στο στράτευμα και μετά την προαγωγή του σε δεκανέα κατατάχθηκε στο ΙΒ’ τάγμα ως το 1832. Το 1836 εντάχθηκε στην Εθνοφυλακή, όπου υπηρέτησε έως το 1837 στο αντίστοιχο τμήμα Λαμίας. Το ίδιο έτος φέρεται δικαιούχος σιδερένιου αριστείου. Μετά την αποστράτευσή του εγκαταστάθηκε στο Μώλο Φθιώτιδας.

Νικολάου Δημήτριος: Γεννήθηκε το 1798. Δεν εντοπίστηκαν στοιχεία για συμμετοχή του στην επανάσταση, ωστόσο ο μετέπειτα στρατιωτικός του βαθμός ίσως να σχετίζεται με προηγούμενη δράση του στον Απελευθερωτικό Αγώνα. Η καταστροφή της πατρίδας του το 1821 τον ανάγκασε να καταφύγει στη νότια Ελλάδα. Στις αρχές του 1828 συμμετείχε στον πρώτο διοργανισμό του τακτικού στρατού στα Μέγαρα λαμβάνοντας τον βαθμό του δωδέκαρχου. Το 1828 προβιβάστηκε σε εικοσιπένταρχο και κατατάχθηκε στην Ι’ εκατονταρχία, της Ζ’ χιλιαρχίας υπό τον Αθ. Χαλκιώτη. Το 1829 τοποθετήθηκε με τον ίδιο βαθμό στην Ε’ εκατονταρχία, της Β’ πεντακοσιαρχίας του Αποστολάρα.

Σπύρου Νικόλαος: Γεννήθηκε γύρω στο 1806. Συμμετείχε σε νεαρή ηλικία στην επανάσταση, λαμβάνοντας μέρος σε διάφορες μάχες στη Χαλκιδική και στη νότια Ελλάδα. Πολέμησε στα Βρυσάκια της Εύβοιας, στο Τρίκερι, στη Σκιάθο, στο Νεόκαστρο, στο Ναυραίνο, στον Πειραιά και στην Αθήνα. Μετά την απελευθέρωση εντάχθηκε στον τακτικό στρατό. Το 1828 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στην Η’ εκατονταρχία της Ζ΄χιλιαρχίας υπό τον Αγγ. Στέριου. Το 1829 μετατέθηκε στην Γ’ ελατονταρχία της Β’ πεντακοσιαρχίας του Αποστολάρα. Το 1830 μετά τη συγκρότηση των ελαφρών ταγμάτων τοποθετήθηκε στον Β’ λόχο του νεοσύστατου ΙΣΤ’ τάγματος και τον Φεβρουάριο του 1832 προβιβάστηκε σε δεκανέα του ίδιου λόχου. Τον Μάρτιο του 1832 έπειτα από πρόταση του Αποστολάρα τιμήθηκε με στρατιωτικό δίπλωμα εικοσιπένταρχου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1830 εγκαταστάθηκε στη Νέα Πέλλα. Το 1839 τιμήθηκε με σιδερένιο παράσημο. Απεβίωσε στη Φθιώτιδα γύρω στο 1845. Το 1865 η γυναίκα του Περζή υπέβαλε αίτηση στην Επιτροπή Εκδουλεύσεων για τη δικαίωση των θυσιών του συζύγου της κατά την επανάσταση. Κατατάχθηκε στην τάξη των στρατιωτών.

Στάμου Δημήτριος: Γεννήθηκε το 1804. Συμμετείχε στην επανάσταση της Χαλκιδικής έως κατάληψη της Κασσάνδρας, οπότε και ακολούθησε τα Μακεδονικά στρατεύματα στη νότια Ελλάδα. Πολέμησε στο Ενρί Μπουτζάκ, στη Γαλάτιστα, στην περιοχή του Αγίου Όρους, στην Κασσάνδρα, στα Βρυσάκια, στο Τρίκερι, στη Σκιάθο, στον Σχοινόλακκα, στην Αταλάντη και σε άλλα μέρη. Το 1824 συμμετείχε με το σώμα του Κ. Δουμπιώτη στη δυαφύλαξη της Ύδρας. Το 1828 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στην Η’ εκατονταρχία της Ζ’ χιλιαρχίας υπό τον Αγγ. Στέριου. Το 1839 υπέβαλε αίτηση για την απονομή σιδερένιου αριστείου. Μετά την αποστράτευσή του εγκαταστάθηκε στην Αταλάντη, όπου απεβίωσε μετά το 1865.

Στεριανού ή Κοντογιάννης Ιωάννης: Γεννήθηκε το 1800. Ίσως ταυτίζεται και με τον Ιωάννη Στέριου. Ήταν αδελφός του Ξάνθου Στεριανού. Συμμετείχε με τους συμπατριώτες του το 1821 οδήγησε τα βήματά του στη Σκόπελο. Το 1828 κατατάχθηκε ως δωδέκαρχος στη Ζ’ χιλιαρχία στην εκατονταρχία του Κ. Μπίνου. Τον Ιούνιο του 1829 με τον βαθμό του πεντάρχου αποσπάστηκε για ένα διάστημα στη φρουρά του Πληρεξούσιου Τοποτηρητή Αυγουστίνου Καποδίστρια στη Ναύπακτο. Απεβίωσε στη Σκόπελο το 1830.

Στεριανού ή Κοντογιάννης Ξάνθος: Ήταν αδελφός του Ιωάννη Κοντογιάννη. Συμμετείχε με τους συμπατριώτες του στην επανάσταση της Χαλκιδικής. Η αποτυχία του κινήματος τον ανάγκασε να βρει καταφύγιο στη Σκόπελο. Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τη δράση του. Το 1831 επέστρεψε στο Λιβάδι.

Στέριου ή Μουστάκας Αγγελής: Γεννήθηκε γύρω στο 1793.Ήταν ένας από τους επιφανέστερους Χαλκιδικιώτες του 1821 με μεγάλη περιουσία στο χωριό του, αδελφός του Θεοδόσιου, του Δημητρίου και του Σπύρου. Πολέμησε ως οπλαρχηγός στη Χαλκιδική και στη νότια Ελλάδα. Το 1826 έδωσε το παρόν στην εκστρατεία της Αταλάντης. Μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων της Κασσάνδρας πήγε στη Σκόπελο. Τον Μάιο του 1828 μετέβη με τους υπόλοιπους Μακεδόνες των Σποράδων στα Μέγαρα και κατατάχθηκε στον τακτικό στρατό ως πεντηκόνταρχος του σώματος των Ολυμπίων. Στις 11/10/1828 προβιβάστηκε σε εκατόνταρχο της Η’ εκατονταρχίας της Ζ’ χιλιαρχίας. Το 1829 τέθηκε επικεφαλής εκατόνταρχος της Γ’ εκατονταρχίας της Β’ πεντακοσιαρχίας του Αποστολάρα. Το 1830 τοποθετήθηκε ως λοχαγός στο Β’ λόχο του νεοσύστατου ΙΣΤ’ τάγματος και το 1832 προβιβάστηκε σε ταγματάρχη. Στα μέσα της δεκαετίας του 1830 μετοίκησε αρχικά στον Σκεντέραγα και λίγο αργότερα στη Νέα Πέλλα. Το 1836 κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στην Α’ τετραρχία Λαμίας υπό τον Ν. Πανουργιά, το ίδιο έτος εμφανίζεται ως δικαιούχος αργυρού αριστείου. Τελικά τον Μάρτιο του 1836 έλαβε το αργυρό παράσημο. Το 1837 περιλαμβάνεται σε στρατιωτικό κατάλογο αξιωματικών της τετραρχίας Λαμίας ως δικαιούχος διπλώματος. Σε έγγραφα του 1839 υπογράφει ως λοχαγός της Φάλαγγας. Το 1844 υπέβαλε αίτημα στην Επιτροπή Εκδουλεύσεων για τη δικαίωση των αγώνων του προς την πατρίδα. Το 1847 τον συναντούμε στις πηγές ως λοχαγό στο σώμα των Μακεδόνων στη Θήβα με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Κ. Μπίνο. Το επόμενο έτος επαινέθηκε για τη συμμετοχή του στις μάχες με τους ληστές της Φθιώτιδας στην Αλαμάνα. Απεβίωσε στην Αταλάντη περίπου το 1851. Δεν είναι γνωστές οι λεπτομέρειες για την οικογενειακή του κατάσταση και στις δύο διαθήκες του αφήνει την περιουσία του στα αδέλφια και στον ανεψιό του. Κατατάχθηκε στην Ε΄ τάξη των αξιωματικών και προικοδοτήθηκε ως λοχαγός με 6.480 γρόσσια.

Στέριου ή Μουστάκας Δημήτριος: Γεννήθηκε το 1800. Ήταν εξάδελφος του οπλαρχηγού Αγγελή Στέριου. Συμμετείχε στην επανάσταση της Χαλκιδικής και αργότερα σε μάχες στη νότια Ελλάδα. Το 1829 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στη Γ’ εκατονταρχία της Β’ πεντακοσιαρχίας υπό τον Αποστολάρα, όπου υπηρέτησε έως τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου. Το 1832 προβιβάστηκε σε λοχία του τάγματος του Ι. Χιμευτού. Στα μέσα της δεκαετίας του 1830 μετοίκηση στη Νέα Πέλλα Φθιώτιδας. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1841, προτάθηκε για αριστείο. Το 1865 κατέθεσε αίτηση στην Επιτροπή Εκδουλεύσεων για τη δικαίωση των αγώνων του. Απέκτησε τρεις γιους: τον Ιωάννη (1825), τον Γεώργιο (1830) και τον Ηλία (1835).

Στέριου Δημήτριος: γεννήθηκε το 1793. Ήταν αδελφός του Αγγελή, του Θεοδόσιου και του Σπύρου Στέριου. Η έναρξη της επανάστασης τον βρήκε στη Σάμο, όπου ασχολούνταν με το εμπόριο. Επικεφαλής ολιγάριθμου στρατιωτικού σώματος δέκα αντρών πολέμησε αρχικά στη Σάμο, στη συνέχεια μετέβη στην Πελοπόννησο, όπου εντάχθηκε στα σώματα του Δ. Υψηλάντη και του Ν. Σταματελόπουλου, λαμβάνοντας μέρος στη μάχη των Δερβενακίων και σε πολεμικές συγκρούσεις σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Το 1825 τέθηκε υπό τις οδηγίες του Δ. Κριεζή και του Καρατάσου λαμβάνοντας μέρος στη διαφύλαξη της Ύδρας. Η αναζήτηση της αιχμάλωτης οικογένειάς του δεν του επέτρεψε να καταταγεί στον τακτικό στρατό του Καποδίστρια. Μετά τη λήξη της επανάστασης εγκαταστάθηκε αρχικά στις Βόρειες Σποράδες και αργότερα στον Σκεντέραγα και στην Αταλάντη. Το 1836 εντάχθηκε ως υπαξιωματικός στο σώμα Εθνοφυλακής Καλλιδρόμου και το ίδιο έτος τιμήθηκε με χάλκινο αριστείο. Το 1841 εμφανίζεται ξανά εγγεγραμμένος σε κατάλογο δικαιούχων αριστείου. Το 1843 υπέβαλε αίτηση προικοδότησης ως Φαλαγγίτης. Το 1844 κατέθεσε αίτηση στην Επιτροπή Εκδουλεύσεων για τη δικαίωση των αγώνων του. Το 1847 προτάθηκε γα χάλκινο αριστείο.

Στέριου ή Μουστάκας Θεοδόσιος: Πριν από την επανάσταση ήταν πλούσιος πρόκριτος στο χωριό, αδελφός του Αγγελή, του Δημητρίου και του Σπύρου Μουστάκα. Επικεφαλής στρατιωτικού σώματος συμπατριωτών του πρωταγωνίστησε στην επανάσταση της περιοχής των Μαντεμοχωρίων. Αργότερα το 1821 κατέφυγε στα νησιά των Βόρειων Σποράδων. Συνέχισε τον Αγώνα στη νότια Ελλάδα και πολέμησε υπό οδηγία διάφορων οπλαρχηγών στην Πελοπόννησο. Αγωνίστηκε με τον Π. Ζαφειρόπουλο στα Δερβενάκια αι στο Άργος, με τον Ν. Σουλιώτη ξανά στην περιοχή του Άργους, με τον Καρατάσο στο Σχοινόλακκα, με τον Θεοδ. Ζαχαρόπουλο στην Καλαμάτα και με τον Κ. Δουμπιώτη σε θέσεις της Πελοποννήσου. Επίσης, συμμετείχε στην πολιορκία της Πάτρας. Το 1825 μετέβη στην Ύδρα και συμμετείχε στη διαφύλαξή της υπό τον Δ. Κριεζή. Μετά το τέλος του Αγώνα κατά του Ιμπραήμ ακολούθησε τα μακεδονικά στρατεύματα του Καρατάσου και του Κ. Δουμπιώτη δίνοντας το παρόν στις μάχες της Ορμύλιας, της Αταλάντης και των Τρικέρων. Με την έλευση του Καποδίστρια το 1828 διορίστηκε πολιτάρχης στη Σκόπελο. Το 1829 ήταν υποψήφιος εκλογέας της επιτροπής που θα εξέλεγε τους πληρεξούσιους των παροίκων της Σκοπέλου για την Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους. Το 1830 μετοίκησε στον Σκεντέραγα Φθιώτιδας και το 1837στη Νέα Πέλλα. Επίσης το 1839 επιλέχθηκε ως εκπρόσωπος των Μακεδόνων οικιστών της Νέας Πέλλας στην επιτροπή συνοικισμού των Μακεδόνων στην Αθήνα. Το 1841 τιμήθηκε με χάλκινο και το 1844 με αργυρό αριστείο. Το 1846 υπέβαλε αίτημα προς την Επιτροπή Εκδουλεύσεων για τη δικαίωση των αγώνων του κατά την επανάσταση. Απέκτησε δύο κορίτσια, τη Χάιδω και τη Μαρία. Απεβίωσε στη Νέα Πέλλα μεταξύ 1851-1860. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη των υπαξιωματικών.

Στέριου Ιωάννης του Δημητρίου: Γεννήθηκε το 1800. Συμμετείχε στην επανάσταση της Χαλκιδικής. Σε καταμέτρηση του σώματος των Ολυμπίων τον Ιούνιο του 1828 εμφανίζεται ως δωδέκαρχος της Α’ εκατονταρχίας του Κ. Μπίνου ασθενής στη Σαλαμίνα. Με την αναδιοργάνωση του στρατεύματος το 1829 κατατάχθηκε ως δωδέκαρχος στην Η’ εκατονταρχία της Ζ’ χιλιαρχίας υπό τον Αγγ. Στέριου. Το 1829 με τον ίδιο βαθμό μετατέθηκε στη Γ’ εκατονταρχία της Β’ πεντακοσιαρχίας του Αποστολάρα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1830 εγκαταστάθηκε αρχικά στον Σκεντέραγα και αργότερα στη Νέα Πέλλα Φθιώτιδος.

Τρατούδης Γιαννάκης του Ευστρατίου: Γεννήθηκε το 1803. Πολέμησε στη Χαλκιδική και στη νότια Ελλάδα. Το 1825 υπηρετούσε ως στρατιώτης στο σώμα του Χατζηλία Βούλγαρη στην Πελοπόννησο. Μετά την απελευθέρωση κατατάχθηκε στον τακτικό στρατό. Το 1828 εντάχθηκε με τον βαθμό του πεντάρχου στην Η’ εκατονταρχία της Ζ΄χιλιαρχίας υπό τον εκατόνταρχο Αγγ/ Στέριου. Το 1829 πιθανόνα να εγκατέλειψε τη στρατιωτική του υπηρεσία καθώς στις πηγές εμφανίζεται ως έμπορος.

Φίνου Παναγιώτης: Γεννήθηκε το 1798. Δεν σώζονται στοιχεία για συμμετοχή του στην επανάσταση. Το 1821 κατέφυγε στη Σκόπελο. Το 1828 κατατάχθηκε ως στρατιώτης στην Η’ εκατονταρχία της Ζ’ χιλιαρχίας υπό τον συμπατριώτη του Αγγ. Στέριου. Το 1829 προβιβάστηκε σε πένταρχο της Γ’ εκατονταρχίας της Β’ πεντακοσιαρχίας υπό τον Αποστολάρα. Το 1830 μετατέθηκε στο Β’ λόχο του ΙΣΤ’ τάγματος. Παραιτήθηκε από την υπηρεσία του τον Αύγουστο του 1830.

Στοιχεία αντλήθηκαν από το έργο του κ. Νικολάου Παπαοικονόμου: Προσωπογραφία των αγωνιστών του 1821 από τη Χαλκιδική και τη Θεσσαλονίκη