Αρχική » Γιορτή της Παναγίας

Γιορτή της Παναγίας

Η μνήμη της κοιμήσεως της Θεοτόκου εορτάζεται στο Λιβάδι με λαμπρότητα και επισημότητα, σύμφωνα με τα παραδοσιακά έθιμα του χωριού, τα οποία ανάγονται στους περασμένους αιώνες. Είναι το μεγάλο πανηγύρι του Λιβαδίου, στο οποίο γίνεται το «αντάμωμα» των απανταχού Λειβαδιωτών. Διαρκεί τρεις μέρες και διοργανώνεται από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Λειβαδιωτών σε συνεργασία με τον Δήμο Θέρμης, την εκκλησιαστική επιτροπή της ενορίας του Αγίου Αθανασίου και την τοπική κοινότητα.

Την παραμονή της εορτής τελείται πανηγυρικός εσπερινός και γίνεται περιφορά της ιστορικής εικόνας της κοιμήσεως της Θεοτόκου, η οποία φυλάσσεται στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου. Ανήμερα τελείται θεία λειτουργία στο εξωκλήσι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το οποίο έχει κτισθεί στη διάρκεια της τουρκοκρατίας και βρίσκεται στη θέση «Φτέρη» μέσα σε ένα φυσικό άλσος αιωνόβιων δρυών και καστανιών.

Στο εξωκλήσι της Παναγίας γίνεται η παραδοσιακή συνεστίαση των προσκυνητών, το «κουρμπάνι», στο οποίο προσφέρονται φασόλια ανάμικτα με κρέας, σταφύλια και κρασί. Το κουρμπάνι είναι ένα έθιμο που διατηρείται επί αιώνες και συμβολίζει την αδελφοσύνη, την αλληλεγγύη και την υποστήριξη των συμπατριωτών. Οι προσκυνητές κάθονται γύρω από το κοινό τραπέζι κατά συγγένειες, φιλικές σχέσεις ή κατά γειτονιές αναπολώντας μνήμες παλαιότερων ημερών και εορτών κατά την περίοδο της ακμής του Λιβαδίου.

Το γεύμα συνοδεύεται από τοπικούς χορούς και τραγούδια με τη συμμετοχή χορευτικών τμημάτων, ενώ παράλληλα γίνονται και οι απονομές των επάθλων για τις καλλιτεχνικές και αθλητικές διοργανώσεις που τελούνται στη διάρκεια των προηγούμενων ημερών. Την παραμονή της εορτής αρχίζει η διασκέδαση με χορούς και τραγούδια στα καταστήματα του χωριού που διαρκούν τρεις μέρες. Παράλληλα, διοργανώνονται ποικίλες δραστηριότητες και εκδηλώσεις για παιδιά, νέους και ενήλικες, όπως αθλητικοί αγώνες (αγώνες δρόμου, ποδηλατοδρομίες, διελκυστίνδα,=), καλλιτεχνικοί διαγωνισμοί (ζωγραφικής, λογοτεχνίας, παραμυθιού), παιχνίδια για παιδιά (το κυνήγι του κρυμμένου θησαυρού), θέατρο σκιών, προβολή ταινιών, μουσικές εκδηλώσεις, κ.ά.. Οι εκδηλώσεις και διοργανώσεις αυτές προσελκύουν το ενδιαφέρον όχι μόνο των Λειβαδιωτών, αλλά και πλήθους φίλων και επισκεπτών, που κατακλύζουν το Λιβάδι τις μέρες αυτές, για να πάρουν μέρος σε αυτές, να απολαύσουν την ομορφιά και τη δροσιά που χαρίζουν στο Λιβάδι το περιαστικό δάσος και το μοναδικό φυσικό και δομημένο περιβάλλον του χωριού και ταυτόχρονα να χαρούν την εγκάρδια φιλοξενία των κατοίκων.

Το πανηγύρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και η κοινή συνεστίαση έχουν ιδιαίτερη συμβολική και συναισθηματική σημασία για τους απανταχού Λιβαδιώτες καθόσον αντανακλούν την άλλοτε μεγάλη ακμή και οικονομική άνθιση της κωμόπολης και επιπλέον συμβάλλουν στη διατήρηση και ενίσχυση των οικογενειακών δεσμών, της φιλίας και της αλληλεγγύης μεταξύ των συμπατριωτών και επισκεπτών.

Ανώνυμη αφήγηση για τη γιορτή της Παναγιάς

Γιορτάζοντας την Παναγία στο Λιβάδι

Αν δεν υπήρχαν τα ήθη και τα έθιμα, ποιος άραγε θα είχε τη δύναμη και το κουράγιο και τη θέληση να γράψει για κάτι που πέρασε, αλλά και τι θα ωφελούσε ν ασχοληθεί με το παρελθόν; Κρατώντας την παράδοση θυμάται τα παιδικά του χρόνια και ξαναφέρνει στη μνήμη του όλες εκείνες τις εικόνες που έζησε μαζί με τους γονείς και τους παππούδες του.

Τώρα που γράφω για το πανηγύρι της Παναγίας στο Λιβάδι, το χωριό που γεννήθηκα και μεγάλωσα, ζωντανεύει θαρρείς μέσα μου μια ολόκληρη εποχή με ανεπανάληπτα δρώμενα που σ’ όσους τα έζησαν φέρνουν τη συγκίνηση,

Θυμάμαι το δέσιμο που είχε η οικογένεια, ο παππούς, η γιαγιά, ο πατέρας, η μάνα, το παιδί, το εγγόνι, ο γείτονας, ο συγχωριανός. Θυμάμαι τον Ιερέα που όταν κατηφόριζε από την εκκλησία και περνούσε από την πλατεία, όχι μόνο τα μικρά παιδιά τρέχανε να του φιλήσουν το χέρι και αυτός να τα ευλογήσει, αλλά και οι γέροντες σηκώνονταν από τις καρέκλες τους στα καφενεία και έβγαζαν το καπέλο τους σε ένδειξη σεβασμού. Και αναρωτιέται κανείς σήμερα, ποιος να δίδαξε σ αυτούς τους απλούς ανθρώπους το μεγαλείο του σεβασμού και τη συντροφικότητα που τόσο λείπουν από την εποχή μας; Το πανηγύρι της Παναγίας ήταν ίσως το σημαντικότερο γεγονός της ζωής του χωριού μου. Όταν πλησίαζαν οι μέρες, ο κουτσουρίκος (ντελάλης) έπρεπε να ανέβει σε ένα ψηλό πεζούλι, συνήθιζε στο μπαλκόνι του Καραγατσά το σπίτι, κι έδινε το σύνθημα φωνάζοντας: « ακούτι χώρα, ούλνοι οι κτηνοτρόφ’ να φέρτι από ένα κατσίκ’ στα πλατάνια για τ’ Παναΐα». Και τρέχανε τα παιδάκια κοντά στον κουτσουρίκο για να τον δουν να φωνάζει.

Την άλλη μέρα άρχιζαν να έρχονται τα δωρήματα και οι επίτροποι της εκκλησίας μαζί με τον Ιερέα και τους βοηθούς τους, φρόντιζαν για τα απαιτούμενα. Όλοι στο χωριό είχαν κάτι να κάνουν. Να σφάξουν ζώα, οι γυναίκες να πλύνουν τα καζάνια να καθαρίσουν τα κρεμμύδια να ζυμώσουν το ψωμί, να πάε στο εξωκλήσι της Παναγιάς να το ασβεστώσουν. Όλα έπρεπε να είναι έτοιμα για τη μεγάλη γιορτή.

Αυτός που είχε το κοινοτικό καφενείο έπρεπε να ασβεστώση γύρω-γύρω όλη τη μεγάλη πλατεία, που ήταν με πεζούλι χτισμένη, όπβς και τα δύο πελώρια γέρικα πλατάνια, τα οποία ζούνε ακόμα και σήμερα και μας χαρίζουν την δροσιά τους. Ο δεύτερος καφετζής, ο Ματσκάς όπως τον ονομάζαμε, Ράπτης Δημήτριος το πραγματικό του όνομα, έπρεπε να ασβεστώσει και αυτός όλους τους τοίχους και τις λεύκες του. Θυμάμαι, την χαρακτηριστική του ταμπέλα που έγραφε ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΛΕΙΒΑΔΙ. Όταν τον ρωτούσαν γιατί γράφεις μαγεμένο Λειβάδι, έλεγε ότι όποιος έρχεται στο Λειβάδι μαγεύεται. Ο τρίτος καφετζής ο Μπαρούς, Δημήτριος Ράπτης κι αυτός, στον οποίο και μαζευόταν συνήθως η νεολαία κάτω απο τον ήχο του γραμμοφώνου του, χορεύοντας βαλς και ταγκό -τους ευρωπαϊκούς χορούς- έπρεπε να ασβεστώσει με την σειρά του, την πίστα που χόρευε η νεολαία, τις προυνιές και τις βυσσινιές που ήταν γύρω-γύρω απο την πίστα και έριχαν τον ελαφρύ ίσκιο τους. Ένα χαρακτηριστικό που συνέβαινε ήταν, ότι την ημέρα του πανηγυριού είχε τόσο κόσμο το χωριό, ώστε οι καφετζήδες δεν μπορούσαν να εξυπηρετούν με καρέκλες και τραπέζια τους πελ´ατες τους και αναγκαζόμασταν να παίρνουμε πολλές φορές απο τα σπίτια μας καρέκλες και τραπέζια.

Την παραμονή της γιορτής όλα ήτανε έτοιμα. Απο νωρίς χτυπούσε η μικρή καμπάνα για να πάμε τα κορίτσια να στολίσουν την εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και το απόγευμα χτυπούσε η μεγάλη καμπάνα για τον Μέγα Εσπερινό. Η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου πλημμύριζε απο κόσμο. Μετά τον Εσπερινό που γινόταν στο ναό του Αγίου Αθανασίου, όπου φυλάγεται η εικόνα της Παναγίας της Λειβαδιώτισσας, άρχιζαν οι ηλικιωμένες να ανηφορίζουν προς το εξωκλήσι, για να ξαγρυπνήσουν την Παναγία.

Την άλλη μέρα, πρωΐ-πρωΐ, όλο το χωριό ανηφόριζε το βουνό της Σκρίκας, απο τα περτούδια για να πάει στο εξωκλήσι της Παναγίας. Τότε βέβαια δεν υπήρχαν αυτοκίνητα και ο κόσμος πήγαινε με τα πόδια ή με τα άλογα και τα γαΐδουράκια απο το μονοπάτι. Τι θέαμα ήταν εκείνο! Μια ατελείωτη αλυσίδα ανθρώπων ένωνε το χωριό με το εξωκλήσι. Και κεί, μέσα στη μαγεία του τοπίου, στο εκκλησάκι το σκεπασμένο απο τις φυλλωσιές των δένδρων, όπου οι ψαλμωδίες ενώνονταν με το κελάηδημα των πουλιών και η ευωδία του μοσχοθυμιάματος με το άρωμα των λουλουδιών, ήταν σα νασμιγε ο ουρανός με τη γη. Και μέσα στο ξωκκλήσι η Θεοτόκος περίμενε τους πιστούς να την προσκυνήσουν και να ευλογηθούν απο τη Χάρη της.

Και μετά άρχιζε το πανηγύρι. Τα καζάνια περίμεναν και όλοι, ντόπιοι και ξένοι το έριχναν στο φαγητό, στο γλέντι και στο χορό. Το πανηγύρι συνεχιζόταν για τρεις μέρες στο χωριό.

Σκέφτομαι τώρα, τις αξέχαστες στιγμές και την αγνότητα των ανθρώπων εκείνων των χρόνων. Και χαμογελώ όταν συλλογίζομαι πως σε μια εποχή δύσκολη, όπου φαινομενικά δεν είχαμε τίποτε, στην πραγματικότητα είχαμε τα πάντα. Γιατί οι καρδιές ήταν γεμάτες πλούτο!